Το 66% των πολυκατοικιών κτίστηκαν με τον παλιό κανονισμό
Ειδική κατηγορία αποτελούν τα 890.000 λιθόκτιστα κτίρια, που βρίσκονται κυρίως σε μικρούς οικισμούς. Από αυτά υπολογίζεται ότι κατοικούνται τα 150.000, κατά κανόνα από νοικοκυριά χαμηλών εισοδημάτων. Κίνδυνοι υπάρχουν και σε αξιοποιημένα βιομηχανικά κτίρια που έχουν ανακαινιστεί από ιδιώτες και κατά πρώτο λόγο από δήμους, κυρίως για πολιτιστικές χρήσεις, πολλές φορές χωρίς τις απαιτούμενες ενισχύσεις.
Τα αποκαλυπτικά στοιχεία προέρχονται από το Τεχνικό Επιμελητήριο. Με επιστολή προς τους συναρμόδιους υπουργούς ΠΕΧΩΔΕ Γ. Σουφλιά και Εσωτερικών Πρ. Παυλόπουλο, ο φορέας των περίπου 100.000 μηχανικών της χώρας προτείνει για μία ακόμη φορά συγκεκριμένα μέτρα, ούτως ώστε να αποφευχθούν οι ζημιές σε συγκεκριμένες οικοδομές από ενδεχόμενους σεισμούς.
Αρχικά, ζητείται να ξεκινήσουν προληπτικοί έλεγχοι στα περίπου 50.000 κτίρια όπου στεγάζονται υπηρεσίες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κυρίως σχολεία και νοσοκομεία. Υπολογίζεται ότι αναλογούν κατά μέσο όρο 1.000 κτίρια ανά νομό. Με βάση το πρόγραμμα του ΤΕΕ, με τη συγκρότηση 120 συνεργείων ανά νομό, μπορεί να ελεγχθούν μόλις σε ένα εξάμηνο. Το κόστος ανέρχεται σε 3 εκατ. ευρώ και μπορεί να διατεθεί από πόρους του ειδικού ταμείου που συγκροτήθηκε για τους πυρόπληκτους του περασμένου καλοκαιριού και λειτουργεί υπό την προεδρία του κ. Μολυβιάτη.
Ειδικά για τα πετρόκτιστα, το ΤΕΕ διαπιστώνει ότι στους σεισμούς οι τοίχοι τους, που στην πλειονότητά τους έχουν κατασκευαστεί από ακατάλληλες πέτρες και χωματολάσπη, «ανοίγουν» και προκαλούν μεγάλες ζημιές, ενώ απειλούν τη ζωή των ενοίκων τους. Θεωρεί ότι σε αυτές τις περιπτώσεις «δεν συνιστάται η απόπειρα προσεισμικής ενίσχυσης» και η αποτελεσματικότερη λύση είναι η σταδιακή εγκατάλειψή τους και η αποκατάσταση των ενοίκων τους σε νέα κτίρια.
Το ΤΕΕ προτείνει την έκδοση πρακτικού οδηγού για την ενίσχυση των οικοδομών έναντι των σεισμών, ενώ ζητά να θεσπιστούν κίνητρα για τους ιδιοκτήτες ώστε να ενισχυθούν πραγματικά τα παλιά κτίρια.
Μουσεία ανθεκτικά στους σεισμούς
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 4/6
Τον προσεισμικό έλεγχο των μουσείων της χώρας και τη δρομολόγηση επεμβάσεων για την προστασία των θησαυρών τους προτείνουν οι επιστήμονες, που ασχολούνται με την αντισεισμική θωράκιση. Οι νέες αντισεισμικές τεχνολογίες, μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο για μουσεία και εκθέματα και εφαρμόζονται πλέον και στην Ελλάδα, όπως για παράδειγμα στο νέο μουσείο της Ακρόπολης.
Το 3ο διεθνές συμπόσιο με θέμα την προστασία των μουσείων από σεισμούς πραγματοποιήθηκε το προηγούμενο διήμερο στην Αθήνα, υπό την αιγίδα του τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ. «Η αντισεισμική θωράκιση των μουσείων οφείλει να είναι διπλή: για το ίδιο το κτίριο, αλλά και την προστασία των εκθεμάτων του», εξηγεί στην «Κ» ο επικεφαλής του Εργαστηρίου Αντισεισμικής Τεχνολογίας του ΕΜΠ κ. Κώστας Σπυράκος. «Οσον αφορά την αντισεισμική θωράκιση των κτιρίων, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρωτοπορία, με το νέο μουσείο Ακρόπολης και το Ωνάσειο Κέντρο Γραμμάτων και Τεχνών να είναι από τα πρώτα διεθνώς μουσεία σεισμικώς μονωμένα», προσθέτει ο καθηγητής του Εργαστηρίου Στατικής και Αντισεισμικών Ερευνών του ΕΜΠ κ. Βλ. Κουμούσης. «Η επιτάχυνση που θα δεχθούν τα κτίρια αυτά από έναν σεισμό είναι 4 – 6 φορές μικρότερη». Για την προστασία των εκθεμάτων, οι μέθοδοι προστασίας είναι πολλές. «Η προστασία μπορεί να γίνει με απλές μεθόδους (όπως με στερέωση με ειδικά νήματα), ή με πιο σύνθετες, όπως τη «σεισμική μόνωση» των προθηκών των εκθεμάτων», λέει ο κ. Σπυράκος, «με μηχανισμούς που “απορροφούν” μέρος της κίνησης του σεισμού». Πάντως, οι επιστήμονες επισημαίνουν την ανάγκη προσεισμικού ελέγχου των μουσείων· «θα έπρεπε να δοθούν συστηματικές κατευθύνσεις για την προστασία των εκθεμάτων», λέει ο κ. Κουμούσης.
Το 80% των ελληνικών κτιρίων είναι κατασκευασμένα με παλιούς κανονισμούς
Τα ζητήματα του προσεισμικού ελέγχου των κτιρίων, της ενημέρωσης και της εκπαίδευσης των πολιτών, καθώς και της διασάφησης των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εμπλεκόμενων υπηρεσιών ανέδειξε η Νομαρχία Αθήνας με τη σημερινή ημερίδα που πραγματοποίησε στη Διεύθυνση Μεταφορών του Κεντρικού Τομέα.
«Η σημερινή ημερίδα γίνεται για να υπογραμμιστεί η μεγάλη σημασία που δίνει η Νομαρχία στον προσεισμικό έλεγχο των κτιρίων. Πρέπει να αποσαφηνιστούν οι ρόλοι υπουργείων, Οργανισμού Αντισεισμικής Προστασίας, Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, δήμων, νομαρχιών και των άλλων εμπλεκόμενων φορέων που σήμερα στο επίπεδο του προσεισμικού ελέγχου δεν είναι ούτε ξεκάθαροι ούτε διακριτοί», είπε η αναπληρώτρια νομάρχης Χαρά Κεφαλίδου.
Στο ζήτημα της χρηματοδότησης των ΟΤΑ για τον προσεισμικό έλεγχο, την αντιμετώπιση των σεισμών αλλά και της γενικότερης διασάφησης των ρόλων αναφέρθηκε ο δήμαρχος Παλαιάς Πεντέλης Δημήτρης Στεργίου αναφέροντας ότι ναι μεν υπάρχει, και πρέπει να υπάρχει αποκέντρωση της εξουσίας και των αρμοδιοτήτων, αλλά με ταυτόχρονη αποκέντρωση και των ανάλογων πόρων.
Επιπλέον, η αναπληρώτρια νομάρχης τόνισε ότι θα πρέπει να υπάρχει πρόληψη σε επίπεδο εκπαίδευσης καθώς και οικοδόμηση καλύτερων κατασκευών, άποψη που εξέφρασε και ο αντινομάρχης, υπεύθυνος Πολιτικής Προστασίας Γεώργιος Φουντάς.
Πρόληψη και εκπαίδευση η λύση
«Ο μόνος τρόπος που μπορεί να διαφυλάξει την ανθρώπινη ζωή από το σεισμό είναι η πρόληψη και η εκπαίδευση για την αντιμετώπιση του», είπε ο κ. Φουντάς και συμπλήρωσε πως το φαινόμενο του σεισμού αποτελεί έναν από τους πρωταρχικούς στόχους της Πολιτικής Προστασίας της Νομαρχίας τόσο σε επίπεδο πρόληψης όσο και σε επίπεδο αντιμετώπισης.
Στο θέμα της ενημέρωσης του πολίτη αναφέρθηκε ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ και καθ’ ύλην αρμόδιος για την προσεισμική πρόληψη, καθηγητής Κωνσταντίνος Μακρόπουλος ενημερώνοντας τους συμμετέχοντες στην ημερίδα ότι αυτή την περίοδο «σαρώνεται» η χώρα από ενημερωτικά κλιμάκια του ΟΑΣΠ τα οποία, μεταξύ άλλων, πραγματοποιούν και ασκήσεις ετοιμότητας σε σχολεία.
Τη διασάφηνιση σχετικά με τις αρμοδιότητες και τη διαδικασία των εμπλεκόμενων στον προσεισμικό έλεγχο φορέων έκανε ο Κωνσταντίνος Σπυράκος, καθηγητής του ΕΜΠ και Διευθυντής Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Αθηνών.
Ο κ. Σπυράκος εξήγησε πως αφού πραγματοποιηθεί ο προσεισμικός έλεγχος, συμπληρωθούν και συγκεντρωθούν τα δελτία ελέγχου, οι φορείς που διενεργούν τον έλεγχο πρέπει να στέλνουν αντίγραφα στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και κατόπιν αυτή να τα στέλνει στον ΟΑΣΠ.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο καθηγητής του ΕΜΠ, το 80% του δομικού πλούτου της Ελλάδας είναι κατασκευασμένο με αντισεισμικούς κανονισμούς έως και του 1985 γεγονός που σημαίνει ότι μεγάλο μέρος αυτού ενδέχεται να παρουσιάσει αδυναμίες, ενώ μόνο το 20% με σύγχρονους κανονισμούς.
Στην ημερίδα, μεταξύ άλλων, παρευρέθησαν οι αντινομάρχες Πειραιά και Αθήνας, εκπρόσωποι του ΤΕΕ, οι διευθυντές πολεοδομιών της Νομαρχίας και οι γενικοί διευθυντές, καθώς και οι αρχηγοί των νομαρχιακών παρατάξεων.
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
Τα αντισεισμικά «θεμέλια» του Λεκανοπεδίου

TA NEA 09/02/2008
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΡΙΚΚΗΣ (skrik@dolnet.gr)
Φυσική ασπίδα προστασίας απέναντι σε μεγάλους σεισμούς αποτελούν για ορισμένες περιοχές του Λεκανοπεδίου Αθηνών, τα πετρώματα που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Όπως προκύπτει από έρευνα του Πανεπιστημίου Αθηνών, η σύνθεση των πετρωμάτων που έχουν σχηματιστεί στο υπέδαφος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στον σεισμικό κίνδυνο που διατρέχουν τα σπίτια και τα κτίρια μιας κατοικημένης περιοχής.
Έτσι, ορισμένες από τις περιοχές που διαθέτουν φυσική αντισεισμική προστασία είναι οι Υμηττός, Βύρωνας, Καισαριανή, Αγ. Παρασκευή, Ηλιούπολη, Ψυχικό, Φιλοθέη, Δάφνη, Πνύκα, Ακρόπολη, Πλάκα, Παγκράτι, Λυκαβηττός, Αττικό Άλσος, Παλαιά και Νέα Πεντέλη.
Από την άλλη πλευρά, περιοχές οι οποίες είναι ευάλωτες σε μεγάλο σεισμό είναι οι Μοσχάτο, Ρέντης, Άγ. Ανάργυροι, Κόκκινος Μύλος, Μεταμόρφωση, Κάτω Κηφισιά, Μενίδι, Ίλιον, Χαλάνδρι, Αμφιθέα, Καλλιθέα, Βοτανικός, Κολοκυνθού, Περιστέρι, Πετρούπολη, Νίκαια.
Το Λεκανοπέδιο δεν είχε πάντοτε τη σημερινή μορφολογία. Για παράδειγμα, πριν από περίπου 4 εκατομμύρια χρόνια, οι περιοχές όπου σήμερα βρίσκονται οι Αχαρνές και το Χαλάνδρι ήταν μεγάλες λίμνες. Το Παλαιό Φάληρο, ο Άγιος Κοσμάς και η Γλυφάδα ήταν θάλασσα (βλ. σχήμα 1 στο γράφημα). Πολύ αργότερα, πριν από περίπου 800.000 χρόνια, ένα μεγάλο ρήγμα διέτρεχε τη βόρεια πλευρά του Λεκανοπεδίου από τη σημερινή Φυλή και τις Αχαρνές μέχρι το Χαλάνδρι και τις άκρες του Υμηττού.
Ανακατατάξεις. Το ρήγμα χώριζε το Λεκανοπέδιο στα δύο και μάλιστα «ανασήκωσε» με το πέρασμα του χρόνου το νότιο τμήμα του σημερινού Νομού Αττικής, στο ύψος των Τουρκοβουνίων, δημιουργώντας ένα φυσικό εμπόδιο που απέτρεπε τη ροή υδάτων προς τον Σαρωνικό. Έτσι σχηματίστηκαν λίμνες στις περιοχές του Χαλανδρίου και των Αχαρνών. Με τον καιρό το ρήγμα αυτό έγινε ανενεργό, το φυσικό εμπόδιο έπαψε να υπάρχει και τα νερά άρχισαν να κατευθύνονται ανεμπόδιστα, όπως και σήμερα, στον Σαρωνικό. Αυτές οι γεωλογικές διεργασίες είχαν ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό της υδρολογικής λεκάνης του Κηφισού, ο οποίος τροφοδοτήθηκε από το νερό των λιμνών που βρίσκονταν στις βορινές πηγές του, δημιουργώντας τη σημερινή εικόνα του Λεκανοπεδίου.
Αυτές οι εναλλαγές στη μορφολογία μπορεί να μοιάζουν επιφανειακές, είχαν ωστόσο μεγάλο μερίδιο ευθύνης στη σύσταση αλλά και τον τρόπο δημιουργίας των πετρωμάτων που βρίσκονται στο υπέδαφος της Αττικής. Φυσικά δεν πρέπει να υποτιμώνται και οι σχηματισμοί που δημιουργήθηκαν εξαιτίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων και οι οποίες συνθέτουν σαθρά πετρώματα και επίφοβα στην περίπτωση ενός μεγάλου σεισμού. Οι Έλληνες ειδικοί του Πανεπιστημίου Αθηνών με επικεφαλής τον καθηγητή Γεωλογίας κ. Δημήτρη Παπανικολάου και διευθυντή του Εργαστηρίου Φυσικών Καταστροφών του Πανεπιστημίου Αθηνών διαπίστωσαν ύστερα από πολύχρονη έρευνα ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες πετρωμάτων που συνθέτουν τον λεγόμενο νεοτεκτονικό χάρτη του Λεκανοπεδίου. Τα πετρώματα αυτά, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, παίζουν καθοριστικό ρόλο στον τρόπο που θα συμπεριφερθούν τα σπίτια και τα κτίρια στην περίπτωση ενός μεγάλου, «εισερχόμενου» σεισμού, ανεξαρτήτως του τρόπου κατασκευής τους. Τα ρήγματα. Και λέμε «εισερχόμενου» γιατί όπως επισημαίνει στα «ΝΕΑ» ο ερευνητής του Κέντρου Έρευνας Φυσικών Καταστροφών Βenfield-UCL του University College London, δρ. Ιωάννης Παπανικολάου, «στο Λεκανοπέδιο δεν υπάρχει κανένα ρήγμα το οποίο να μπορεί να προκαλέσει σεισμό μεγαλύτερο από 6,0-6,1 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ. Αντιθέτως τέτοια ρήγματα υπάρχουν στα όρια του Λεκανοπεδίου, όπως είναι το ρήγμα στο Θριάσιο Πεδίο στα δυτικά, το ρήγμα στις Αφίδνες το οποίο μπορεί να δώσει σεισμό μεγέθους έωςκαι 6,4 βαθμών, (οριοθετεί προς Βορράν τη λεκάνη απορροής του Κηφισού ποταμού και άρα το βόρειο όριο του Λεκανοπεδίου) και το ρήγμα του Διονύσου για το οποίο ακόμη δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες, πέραν του ότι χαρακτηρίζεται από χαμηλούς ρυθμούς ολίσθησης, δηλαδή δίνει σεισμούς ανά μερικές χιλιάδες χρόνια».
Ειδικότερα οι γεωλόγοι του Πανεπιστημίου Αθηνών διαπίστωσαν ότι τα πλέον αντισεισμικά πετρώματα που βρίσκονται στο υπέδαφος του Λεκανοπεδίου εί ναι οι σχηματισμοί που ανήκουν στο λεγόμενο αλπικό υπόβαθρο και οι οποίοι δεν είναι τίποτα άλλο παρά βράχοι. «Τα πετρώματα αυτά αποτελούν το καλύτερο έδαφος για τη θεμελίωση ενός κτιρίου», λέει ο κ. Δ. Παπανικολάου. Πρόκειται για πετρώματα δύο κατηγοριών. Εκείνα που στο απώτατο παρελθόν βρέθηκαν σε βάθος 30 με 40 χιλιόμετρα στο εσωτερικό της Γης και υπέστησαν μεγάλες πιέσεις και θερμοκρασιακές μεταβολές προτούν επανέλθουν ξανά στην επιφάνεια. Αυτά χαρακτηρίζονται ως μεταμορφωμένα και αποτελούνται από μάρμαρα και σχιστόλιθους (π.χ. Υμηττός, Πεντέλη). Η δεύτερη κατηγορία αποτελείται από τα ιζηματογενή πετρώματα τα οποία δεν βρέθηκαν ποτέ σε βάθος μεγαλύτερο από 10 χιλιόμετρα στο εσωτερικό της Γης ( π.χ. Αιγάλεω). Μία άλλη ομάδα πετρωμάτων που συμπεριφέρεται με ικανοποιητικό τρόπο απέναντι σε ένα μεγάλο σεισμό είναι τα νεογενή πετρώματα. Πρόκειται για πλειοκαινικούς θαλάσσιους και ηπειρωτικούς σχηματισμούς και άνω μειοκαινικούς σχηματισμούς. Ουσιαστικά τα πετρώματα αυτά δημιουργήθηκαν πριν από 10 έως 2 εκατομμύρια χρόνια από σήμερα. Είναι τα παλιά ιζηματογενή πετρώματα των λεκανών του Λεκανοπεδίου, που κάποτε ήταν θαλάσσια ή λιμναία.
Η τρίτη κατηγορία πετρωμάτων και η λιγότερο… έμπιστη στα χτυπήματα του Εγκέλαδου είναι τα λεγόμενα πετρώματα του Τεταρτογενούς που δημιουργήθηκαν πριν από 2 εκατομμύρια χρόνια μέχρι σήμερα. «Χαρακτηρίζονται από φτωχά και χαλαρά εδάφη στα πρανή των βουνών, σε λίμνες και σε παραποτάμιες εκτάσεις. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι ανθρωπογενείς αποθέσεις (μπαζώματα) οι οποίες αποτελούν το χειρότερο είδος εδάφους», προσθέτει ο κ. Δ. Παπανικολάου.

